Definify.com

Definition 2024


τσιγκούνης

τσιγκούνης

Greek

Alternative forms

  • τσιγγούνης (tsingoúnis)

Adjective

τσιγκούνης (tsinkoúnis) m (feminine τσιγκούνα, neuter τσιγκούνικο)

  1. miserly, scrooge like

Declension

Synonyms

  • εξηνταβελόνης (exintavelónis)
  • σπαγκοραμμένος (spankoramménos)
  • σπάγκος (spánkos)
  • σφιχτοχέρης (sfichtochéris)
  • τσιφούτης (tsifoútis)
  • φιλάργυρος (filárgyros)

Derived terms

  • τσιγκούναρος (tsinkoúnaros, augmentative)
  • τσιγκουνεύομαι (tsinkounévomai)
  • τσιγκουνιά (tsinkouniá)
  • τσιγκούνικα (tsinkoúnika)
  • τσιγκούνικος (tsinkoúnikos)