Definify.com

Definition 2022


πιο

πιο

Greek

Adverb

πιο (pio)

  1. more

Usage notes

  • Used to make comparative forms:
    with adjectives: το μέλι είναι πιο γλυκόto méli eínai pio glykó ― honey is sweeter
    with adverbs: Ο Ιωάννης τρέχει πιο γρήγοραO Ioánnis tréchei pio grígora ― Ianis runs faster
  • Used to make relative superlative forms with adjectives:
    Ο Χάρι είναι ο πιο έξυπνος ο μαθητής.O Chári eínai o pio éxypnos o mathitís. ― Harry is the cleverest pupil.
    Η Ελένη της Τροίας ήταν η πιο όμορφη γυναίκα.I Eléni tis Troías ítan i pio ómorfi gynaíka. ― Helen of Troy was the most beautiful woman.

References

  1. Babiniotis, Georgios (2008) Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας [Modern Greek Dictionary], 3rd edition, Athens: Lexicology Centre