Definify.com

Definition 2024


στιγματίζω

στιγματίζω

Greek

Verb

στιγματίζω (stigmatízo) (simple past στιγμάτισα, passive form στιγματίζομαι)

  1. stigmatise (UK), stigmatize (US); brand, label
    Ένας άνθρωπος στιγματισμένος ως κλέφτης δεν μπορεί να βρει εύκολα δουλειά.
    Énas ánthropos stigmatisménos os kléftis den boreí na vrei éfkola douleiá.
    A man labelled as a thief will find work easily.
  2. tarnish, disgrace

Conjugation

Related terms