Definify.com

Definition 2024


στιγματίζομαι

στιγματίζομαι

Greek

Verb

στιγματίζομαι (stigmatízomai) (simple past στιγματίστηκα, active form στιγματίζω, passive)

  1. passive of στιγματίζω (stigmatízo)

Conjugation