Definify.com

Definition 2024


πολιορκητικός

πολιορκητικός

Greek

Adjective

πολιορκητικός (poliorkitikós) m (feminine πολιορκητική, neuter πολιορκητικό)

  1. besieging, siege
    πολιορκητική μηχανή (siege engine)

Declension

Related terms