Definify.com

Definition 2024


ηρεμιστικός

ηρεμιστικός

Greek

Adjective

ηρεμιστικός (iremistikós) m (feminine ηρεμιστική, neuter ηρεμιστικό)

  1. sedative, tranquilising

Declension

Synonyms

See also

  • υπνωτικός (ypnotikós, sleep inducing)