Definify.com

Definition 2024


ημερήσιος

ημερήσιος

Greek

Adjective

ημερήσιος (imerísios) m (feminine ημερήσια, neuter ημερήσιο)

  1. daily

Declension

Synonyms

  • καθημερινός (kathimerinós, daily)

See also