Definify.com

Definition 2024


εξηρτημένος

εξηρτημένος

Greek

Adjective

εξηρτημένος (exirtiménos) m (feminine εξηρτημένη, neuter εξηρτημένο)

  1. Alternative form of εξαρτημένος (exartiménos)

Declension