Definify.com

Definition 2024


ειδοποιώ

ειδοποιώ

Greek

Verb

ειδοποιώ (eidopoió) (simple past ειδοποίησα, passive form ειδοποιούμαι)

  1. notify, inform

Conjugation

Related terms

  • ειδοποίηση f (eidopoíisi, notification, notice)
  • ειδοποιός (eidopoiós, specific)
  • ειδοποιητήριος (eidopoiitírios, advisory)
  • ειδοποιητήριο n (eidopoiitírio, advice note)
  • προειδοποιώ (proeidopoió, to forewarn)