Definify.com

Definition 2024


βαμβακερός

βαμβακερός

Greek

Adjective

βαμβακερός (vamvakerós) m (feminine βαμβακερή, neuter βαμβακερό)

  1. cotton
    κλωστή βαμβακερή   (cotton thread)
    βαμβακερές μπλούζες   (cotton shirts)

Declension