Definify.com

Definition 2024


βαμβακερού

βαμβακερού

Greek

Adjective

βαμβακερού (vamvakeroú)

  1. Genitive masculine singular form of βαμβακερός (vamvakerós).
  2. Genitive neuter singular form of βαμβακερός (vamvakerós).