Definify.com

Definition 2024


αποικιοκρατικός

αποικιοκρατικός

Greek

Adjective

αποικιοκρατικός (apoikiokratikós) m (feminine αποικιοκρατική, neuter αποικιοκρατικό)

  1. relating to colonialism

Declension

Related terms

see: αποικία f (apoikía, colony)