Definify.com

Definition 2024


ακαταμάχητος

ακαταμάχητος

Greek

Adjective

ακαταμάχητος (akatamáchitos) m (feminine ακαταμάχητη, neuter ακαταμάχητο)

  1. irresistible unconquerable
    ακαταμάχητη γοητείαakatamáchiti goiteía ― irresistible charm
  2. irrefutable

Declension

Related terms