Definify.com

Definition 2024


αισθητικός

αισθητικός

Greek

Adjective

αισθητικός (aisthitikós) m (feminine αισθητική, neuter αισθητικό)

  1. aesthetic

Declension

Noun

αισθητικός (aisthitikós) m, f (plural αισθητικοί)

  1. beautician
  2. aesthetic

Declension

Related terms