Definify.com

Definition 2024


αεροβικός

αεροβικός

Greek

Adjective

αεροβικός (aerovikós) m (feminine αεροβική, neuter αεροβικό)

  1. aerobic (used with exercises, etc)
    αεροβική γυμναστική (aerobic exercise)

Declension

Synonyms

Antonyms