Definify.com

Definition 2024


χαμηλοβλεπούσες

χαμηλοβλεπούσες

Greek

Noun

χαμηλοβλεπούσες (chamilovlepoúses) f

  1. Nominative plural form of χαμηλοβλεπούσα (chamilovlepoúsa).
  2. Accusative plural form of χαμηλοβλεπούσα (chamilovlepoúsa).
  3. Vocative plural form of χαμηλοβλεπούσα (chamilovlepoúsa).