Definify.com

Definition 2024


χαμηλοβλεπούσα

χαμηλοβλεπούσα

Greek

Noun

χαμηλοβλεπούσα (chamilovlepoúsa) f (plural χαμηλοβλεπούσες)

  1. (colloquial, humorous) shrinking violet (very shy woman, who figuratively won't even look anyone in the eye)
    Νομίζει ότι το να παίζει την χαμηλοβλέπουσα έλκει τους άνδρες.Nomízei óti to na paízei tin chamilovlépousa élkei tous ándres. ― She thinks that acting the shrinking violet attracts men.

Declension

Synonyms

  • ντροπαλή f (dropalí, shy woman)
  • σεμνότυφη f (semnótyfi, prude)