Definify.com

Definition 2024


τριμμένος

τριμμένος

Greek

Participle

τριμμένος (trimménos) m (perfect, feminine τριμμένη, neuter τριμμένο)

  1. grated, shredded
    τριμμένο τυρίtrimméno tyrí ― grated cheese

Declension

Synonyms

  • ξυσμένος (xysménos)