Definify.com

Definition 2024


Σουηδικά

Σουηδικά

See also: σουηδικά

Greek

Noun

Σουηδικά (Souidiká) n pl

  1. Alternative letter-case form of σουηδικά (souidiká)

Declension

σουηδικά

σουηδικά

See also: Σουηδικά

Greek

Alternative forms

Noun

σουηδικά (souidiká) n pl

  1. Swedish, the language of Sweden

Declension

Related terms