Definify.com

Definition 2024


προστατευόμενος

προστατευόμενος

Greek

Participle

προστατευόμενος (prostatevómenos) m (perfect, feminine προστατευόμενη, neuter προστατευόμενο)

  1. protected
    Προστατευόμενη Ονομασία ΠροέλευσηςProstatevómeni Onomasía Proélefsis ― Protected Designation of Origin

Declension

Related terms