Definify.com

Definition 2024


προσγειώνομαι

προσγειώνομαι

Greek

Verb

προσγειώνομαι (prosgeiónomai) (simple past προσγειώθηκα, active form προσγειώνω, passive)

  1. passive of προσγειώνω (prosgeióno)

Conjugation