Definify.com

Definition 2024


πλάσσω

πλάσσω

Ancient Greek

Alternative forms

  • πλάττω (pláttō)

Verb

πλάσσω (plássō)

  1. I form, mould, shape, sculpt
    1. I plaster
  2. (figuratively) I form, train a skill
  3. I imagine
  4. I put in a certain form
  5. (figuratively) I fabricate, forge

Inflection

Derived terms

  • ἀμφῐπλάσσω (amphiplássō)
  • ἀνᾰπλάσσω (anaplássō)
  • ἀποπλάσσομαι (apoplássomai)
  • δῐᾰπλάσσω (diaplássō)
  • ἐκπλάσσω (ekplássō)
  • ἐμπλάσσω (emplássō)
  • ἐπῐπλάσσω (epiplássō)
  • ἰπνοπλάθος (ipnopláthos)
  • κᾰτᾰπλάσσω (kataplássō)
  • κοροπλάθος (koropláthos)
  • λογοπλάθος (logopláthos)
  • μετᾰπλάσσω (metaplássō)
  • πᾰρᾰπλάσσω (paraplássō)
  • περιπλάσσω (periplássō)
  • πηλοπλάθος (pēlopláthos)
  • προπλάσσω (proplássō)
  • προσπλάσσω (prosplássō)
  • σῠμπλάσσω (sumplássō)
  • ὑποπλάσσω (hupoplássō)
  • χυτροπλάθος (khutropláthos)

Related terms

  • πλᾰθά (plathá)
  • πλάθᾰνον (pláthanon)
  • πλάσῐς (plásis)
  • πλάσμᾰ (plásma)
  • πλαστέον (plastéon)
  • πλαστουργέω (plastourgéō)
  • πλαστουργία (plastourgía)
  • πλάστρῐᾰ (plástria)
  • πλάστρον (plástron)

References