Definify.com

Definition 2024


περιέργεια

περιέργεια

Greek

Noun

περιέργεια (periérgeia) f (uncountable)

  1. curiosity, inquisitiveness
    Η περιέργεια σκότωσε τη γάτα.
    Curiosity killed the cat. (English proverb)

Declension

Related terms

  • περιεργάζομαι (periergázomai)
  • περίεργος (períergos)
  • περίεργο (períergo)
  • περίεργα (períerga)
  • περιέργως (periérgos)