Definify.com

Definition 2024


παραδίνομαι

παραδίνομαι

Greek

Verb

παραδίνομαι (paradínomai) (simple past παραδόθηκα, active form παραδίνω, mediopassive)

  1. Alternative form of παραδίδομαι (paradídomai)

Conjugation