Definify.com

Definition 2024


νομικός

νομικός

Greek

Adjective

νομικός (nomikós) m (feminine νομική, neuter νομικό)

  1. (law) pertaining to the law, legal
    νομικός σύμβουλος (legal advisor)
    νομικός οδηγός (legal guide)

Declension

Derived terms

See also