Definify.com

Definition 2024


μεθύλιο

μεθύλιο

Greek

Noun

μεθύλιο (methýlio) n (plural μεθύλια)

  1. (organic chemistry) methyl
    ισοκυανικό μεθύλιο (methyl isocyanate)
    βρωμιούχο μεθύλιο (methyl bromide)

Declension

Related terms