Home Search Index

Definify.com

  •  

Definition 2026


κοινοβουλευτικός

κοινοβουλευτικός

Greek

Adjective

κοινοβουλευτικός • ‎(koinovouleftikós) m ‎(feminine κοινοβουλευτική, neuter κοινοβουλευτικό)

  1. parliamentary

Declension

positive forms of κοινοβουλευτικός
number 
case / gender 
singular plural
masculine feminine neuter masculine feminine neuter
nominative κοινοβουλευτικός κοινοβουλευτική κοινοβουλευτικό κοινοβουλευτικοί κοινοβουλευτικές κοινοβουλευτικά
genitive κοινοβουλευτικού κοινοβουλευτικής κοινοβουλευτικού κοινοβουλευτικών κοινοβουλευτικών κοινοβουλευτικών
accusative κοινοβουλευτικό κοινοβουλευτική κοινοβουλευτικό κοινοβουλευτικούς κοινοβουλευτικές κοινοβουλευτικά
vocative κοινοβουλευτικέ κοινοβουλευτική κοινοβουλευτικό κοινοβουλευτικοί κοινοβουλευτικές κοινοβουλευτικά

Related terms

see: βουλή f ‎(voulí, “parliament”)

External links

  • Βουλή των Ελλήνων on the Greek Wikipedia.Wikipedia el

Similar Results

© 2026 Definify.com · All rights reserved.

Privacy · About · Terms