Definify.com

Definition 2024


καταλαμβάνω

καταλαμβάνω

Ancient Greek

Verb

καταλαμβάνω (katalambánō)

  1. I seize, grasp, hold
  2. I grasp with the mind: comprehend
  3. I catch, overtake
  4. I find, detect
  5. I occur, befall (often of events, especially negative events: death, disaster, defeat, etc.)

Inflection

Derived terms

  • ἀντικαταλαμβάνω (antikatalambánō)
  • ἀποκαταλαμβάνω (apokatalambánō)
  • ἐγκαταλαμβάνω (enkatalambánō)
  • ἐπικαταλαμβάνω (epikatalambánō)
  • καταλαβεύς (katalabeús)
  • καταλαβή (katalabḗ)
  • καταληπτέος (katalēptéos)
  • καταληπτήρ (katalēptḗr)
  • καταληπτικός (katalēptikós)
  • καταληπτός (katalēptós)
  • κατάληψις (katálēpsis)
  • περικαταλαμβάνω (perikatalambánō)
  • προκαταλαμβάνω (prokatalambánō)
  • προσκαταλαμβάνω (proskatalambánō)
  • συγκαταλαμβάνω (sunkatalambánō)

Descendants

References


Greek

Verb

καταλαμβάνω (katalamváno) (simple past κατέλαβα, passive form καταλαμβάνομαι)

  1. seize, capture, acquire sovereignty
  2. (crime) detect
  3. understand, grasp (possibly incorrectly)

Usage notes

Conjugation