Definify.com

Definition 2024


θάπτω

θάπτω

Ancient Greek

Verb

θάπτω (tháptō)

  1. I honour with funeral rites
  2. I bury

Inflection

Derived terms

  • ἀνθάπτομαι (antháptomai)
  • ἀντιθάπτω (antitháptō)
  • ἐκθάπτω (ektháptō)
  • ἐνθάπτω (entháptō)
  • ἐπιθάπτω (epitháptō)
  • καταθάπτω (katatháptō)
  • παραθάπτω (paratháptō)
  • προθάπτω (protháptō)
  • συνθάπτω (suntháptō)

Related terms

  • ἄθαπτος (áthaptos)
  • ἀταφία (ataphía)
  • θαπτέον (thaptéon)
  • θαπτήριον (thaptḗrion)
  • ταφή (taphḗ)
  • τάφος (táphos)

References