Definify.com

Definition 2024


εξολοθρεύω

εξολοθρεύω

Greek

Verb

εξολοθρεύω (exolothrévo) (simple past εξολόθρευσα or εξολόθρεψα, passive form εξολοθρεύομαι)

  1. exterminate

Conjugation