Definify.com

Definition 2024


δρομόμετρο

δρομόμετρο

Greek

Noun

δρομόμετρο (dromómetro) n (plural δρομόμετρα)

  1. (nautical) log (device for measuring a ship's speed)
    κοινό δρομόμετρο (common log)

Declension

External links