Definify.com

Definition 2024


δοξάζω

δοξάζω

Ancient Greek

Verb

δοξάζω (doxázō)

  1. think, suppose, imagine

Inflection

Derived terms

  • ἀδοξάζω (adoxázō)
  • ἀντιδοξάζω (antidoxázō)
  • διαδοξάζω (diadoxázō)
  • ἐνδοξάζομαι (endoxázomai)
  • ἐπιδοξάζω (epidoxázō)
  • καταδοξάζω (katadoxázō)
  • μεταδοξάζω (metadoxázō)
  • παραδοξάζω (paradoxázō)
  • προδοξάζω (prodoxázō)
  • προσδοξάζω (prosdoxázō)
  • προσεπιδοξάζω (prosepidoxázō)
  • συνδοξάζω (sundoxázō)

References


Greek

Verb

δοξάζω (doxázo) (simple past δόξασα)

  1. glorify, praise

Conjugation

Related terms

  • see: δόξα f (dóxa, glory, fame, pride)