Definify.com

Definition 2024


διασκεδάζομαι

διασκεδάζομαι

Greek

Verb

διασκεδάζομαι (diaskedázomai) (simple past διασκεδάστηκα, active form διασκεδάζω, passive)

  1. passive of διασκεδάζω (diaskedázo)

Conjugation