Definify.com

Definition 2021


δάσος

δάσος

Greek

Noun

δάσος (dásos) n (plural δάση)

  1. wood, forest
    Ρομπέν των Δασών : Robin Hood

Declension

Related terms

  • δασάκι n (dasáki, small wood, copse, grove) (endearment or diminutive form)
  • δασαρχείο (dasarcheío)
  • δασάρχης (dasárchis)
  • δασικός (dasikós)
  • δασόβιος (dasóvios)
  • δασοκομία (dasokomía)
  • δασοκομική (dasokomikí)
  • δασοκομικός (dasokomikós)
  • δασοκόμος (dasokómos)
  • δασολογία (dasología)
  • δασολογικός (dasologikós)
  • δασολόγος (dasológos)
  • δασονομία (dasonomía)
  • δασονομικός (dasonomikós)
  • δασονόμος (dasonómos)
  • δασοπονία (dasoponía)
  • δασοπονικός (dasoponikós)
  • δασοπόνος (dasopónos)
  • δασοπροστασία (dasoprostasía)
  • δασοπυροσβέστης (dasopyrosvéstis)
  • δασοπυροσβεστικός (dasopyrosvestikós)
  • δασοπυροσβέστρια (dasopyrosvéstria)
  • δασοσκέπαστος (dasosképastos)
  • δασοσκεπής (dasoskepís)
  • δασοτέχνης (dasotéchnis)
  • δασοτεχνικά (dasotechniká)
  • δασοτεχνικός (dasotechnikós)
  • δασοτόπι (dasotópi)
  • δασότοπος (dasótopos)
  • δασοφύλακας (dasofýlakas)
  • δασοφυλακείο (dasofylakeío)
  • δασοφυλακή (dasofylakí)
  • δασοφυτεία (dasofyteía)
  • δασόφυτος (dasófytos)
  • δασύλλιο n (dasýllio, small wood, copse, grove) (diminutive form)

Meronyms

See also