Definify.com

Definition 2024


βολιδοσκοπούμαι

βολιδοσκοπούμαι

Greek

Verb

βολιδοσκοπούμαι (volidoskopoúmai) (simple past βολιδοσκοπήθηκα, active form βολιδοσκοπώ, passive)

  1. passive of βολιδοσκοπώ (volidoskopó)

Conjugation