Definify.com

Definition 2024


αστεροειδής

αστεροειδής

Greek

Adjective

αστεροειδής (asteroeidís) m (feminine αστεροειδής, neuter αστεροειδές)

  1. star-shaped

Declension

Related terms

Noun

αστεροειδής (asteroeidís) m (plural αστεροειδείς)

  1. (astronomy) asteroid

Declension

see above