Definify.com

Definition 2024


Απόστολο

Απόστολο

See also: απόστολο

Greek

Proper noun

Απόστολο (Apóstolo) m

  1. Accusative singular form of Απόστολος (Apóstolos).

απόστολο

απόστολο

See also: Απόστολο

Greek

Proper noun

απόστολο (apóstolo) m

  1. Accusative singular form of απόστολος (apóstolos).