Definify.com

Definition 2024


ανατολή

ανατολή

See also: ἀνατολή

Greek

Noun

ανατολή (anatolí) f

  1. east, East
    από την ανατολή ως την δύση (from east to west)
  2. sunrise, dawn
    από την ανατολή ως την δύση (from sunrise to sunset)
  3. (the) Orient, (the) East

Declension

Synonyms

  • (dawn): αυγή f (avgí)
  • (dawn): χάραμα n (chárama)
  • (dawn, sunrise): χαραυγή f (charavgí)
  • (dawn): λυκαυγές (lykavgés, dawn)
  • (sunrise, beginning): ξημέρωμα n (ximéroma)

Related terms

Coordinate terms

  • Appendix:Greek compass points

External links