Definify.com

Definition 2024


ανακουφίζομαι

ανακουφίζομαι

Greek

Verb

ανακουφίζομαι (anakoufízomai) (simple past ανακουφίστηκα, active form ανακουφίζω, passive)

  1. passive of ανακουφίζω (anakoufízo)

Conjugation