Definify.com

Definition 2024


ανίμερα

ανίμερα

Greek

Adverb

ανίμερα (anímera)

  1. on the day, on the actual day
    Ανήμερα το Πάσχα ψήνεται το αρνί στη σούβλα.Anímera to Páscha psínetai to arní sti soúvla. ― On Easter day lamb is roasted on the spit.