Definify.com

Definition 2024


αδειούχος

αδειούχος

Greek

Adjective

αδειούχος (adeioúchos) m (feminine αδειούχος or αδειούχα, neuter αδειούχο)

  1. on leave, on furlough
  2. licensed, licenced

Declension

Derived terms

see: άδεια f (ádeia, licence)