Definify.com

Definition 2024


ήμισυς

ήμισυς

See also: ἥμισυς

Greek

Adjective

ήμισυς (ímisys) m (feminine ημίσεια, neuter ήμισυ)

  1. Alternative form of μισός (misós) (half)
    Tο ακίνητο ανήκει κατά το ήμισυ στο δημόσιο και κατά το ήμισυ σε ιδιώτη.
    The property is half public and half private.

Declension

Related terms