Definify.com

Definition 2024


έρχομαι

έρχομαι

See also: ἔρχομαι

Greek

Verb

έρχομαι (érchomai) (simple past ήρθα or ήλθα, deponent)

  1. (most senses) come
    Την είδα να έρχεται στην κατεύθυνσή μου.Tin eída na érchetai stin katéfthynsí mou. ― I saw her coming in my direction.
    Ήρθε ακόμα ο γιατρός;Írthe akóma o giatrós? ― Has the doctor come yet?
    Ο χειμώνας έρχεται.O cheimónas érchetai. ― Winter is coming.
    Ήρθα πρώτος στο αγώνισμα.Írtha prótos sto agónisma. ― I came first in the competition.
  2. cost
    Πόσο έρχεται αυτό το αμάξι;Póso érchetai aftó to amáxi? ― How much is that car?
  3. (with σε) come to
    Τελικά, οι δυό τους ήρθαν στα χέρια.Teliká, oi dyó tous írthan sta chéria. ― In the end, they came to blows.
    Θα έρθουν πολλά πράγματα στο φως όταν βγει το νέο βιβλίο.Tha érthoun pollá prágmata sto fos ótan vgei to néo vivlío. ― A lot of stuff will come to light when the new book comes out.
    Οι αρχηγοί των κομμάτων της βουλής ήρθαν σε συμφωνία.Oi archigoí ton kommáton tis voulís írthan se symfonía. ― The party leaders in parliament came to an agreement.
  4. (with genitive weak pronoun before) suit (go well with)
    Αυτό το φόρεμα δε σου ήρθε καλά.Aftó to fórema de sou írthe kalá. ― That dress doesn't suit you.
  5. (with genitive weak pronoun before and followed by να) feel like, get the urge (to have a desire for)
    Πώς σου ήρθε να φορέσεις τόσο άσχημο παλτό;Pós sou írthe na foréseis tóso áschimo paltó? ― What possessed you to wear that ugly coat?
    Κάθε φορά που τον βλέπω, μου έρχεται να τον σπάσω στο ξύλο.Káthe forá pou ton vlépo, mou érchetai na ton spáso sto xýlo. ― Every time I see him, I get the urge to beat him up.
    Η ταινία ήταν τόσο βαρετή που μου ήρθε να σηκωθώ και να φύγω.I tainía ítan tóso varetí pou mou írthe na sikothó kai na fýgo. ― The film was so boring that I felt like getting up and leaving.

Conjugation

Derived terms

Synonyms

  • (approach, come): επέρχομαι (epérchomai), ενσκήπτω (enskípto), επίκειμαι (epíkeimai), καταφθάνω (kataftháno)
  • (cost): κοστίζω (kostízo)
  • (suit): ταιριάζω (tairiázo), πάω (páo), κάνω (káno)