Definify.com

Definition 2024


Αλκυόνης

Αλκυόνης

See also: αλκυόνης

Greek

Proper noun

Αλκυόνης (Alkyónis) f

  1. Genitive singular form of Αλκυόνη (Alkyóni).

αλκυόνης

αλκυόνης

See also: Αλκυόνης

Greek

Noun

αλκυόνης (alkyónis) f

  1. Genitive singular form of αλκυόνη (alkyóni).