Definify.com

Definition 2024


-λάτρης

-λάτρης

See also: λάτρης

Greek

Suffix

-λάτρης (-látris) (plural λάτρεις)

  1. -phile (expressing love of/for the attached word)
    φυσιολάτρης (fysiolátris)
    nature lover

Related terms

Derived terms

  • αρχαιολάτρης (archaiolátris)
  • βιβλιολάτρης (vivliolátris)
  • εγωλάτρης (egolátris)
  • ειδωλολάτρης (eidololátris)
  • εικονολάτρης (eikonolátris)
  • ελληνολάτρης (ellinolátris)
  • ζωολάτρης (zoolátris)
  • ηδονολάτρης (idonolátris)
  • μοιρολάτρης (moirolátris)
  • πατριδολάτρης (patridolátris)
  • προγονολάτρης (progonolátris)
  • πυρολάτρης (pyrolátris)
  • τυπολάτρης (typolátris)
  • φυσιολάτρης (fysiolátris)