Definify.com

Definition 2024


ῥέμβω

ῥέμβω

Ancient Greek

Verb

ῥέμβω (rhémbō)

  1. I turn in circles
    • 129 CE – 216 CE, Galen, 19 134
  2. (middle voice) I roam, rove about
    1. (figuratively) I am unsteady, act at random

Inflection

Derived terms

  • ἀπορρέμβομαι (aporrhémbomai)
  • διαρρέμβομαι (diarrhémbomai)
  • περιρρέμβομαι (perirrhémbomai)
  • συρρέμβομαι (surrhémbomai)
  • ὑπορέμβομαι (huporémbomai)

Related terms

  • ῥεμβεύω (rhembeúō)
  • ῥέμβη (rhémbē)
  • ῥεμβός (rhembós)
  • ῥέμβος (rhémbos)
  • ῥεμβώδης (rhembṓdēs)
  • ῥόμβος (rhómbos)

References