Definify.com

Definition 2024


ὀρχέομαι

ὀρχέομαι

Ancient Greek

Verb

ὀρχέομαι (orkhéomai)

  1. I dance
  2. I represent by dancing or pantomime
    • 125 CE – 200 CE, Lucian, The Dance (Of Pantomime) 80
  3. (figuratively) I leap, bound
  4. (active) I cause to dance

Inflection

Derived terms

  • ἀνορχέομαι (anorkhéomai)
  • ἀντορχέομαι (antorkhéomai)
  • ἀπορχέομαι (aporkhéomai)
  • δῐορχέομαι (diorkhéomai)
  • ἐξορχέομαι (exorkhéomai)
  • ἐπορχέομαι (eporkhéomai)
  • κᾰτορχέομαι (katorkhéomai)
  • πᾰρορχέομαι (parorkhéomai)
  • περιορχέομαι (periorkhéomai)
  • προορχέομαι (proorkhéomai)
  • προσορχέομαι (prosorkhéomai)
  • σῠνορχέομαι (sunorkhéomai)
  • ὑπορχέομαι (huporkhéomai)

Related terms

  • ὀρχηθμός (orkhēthmós)
  • ὄρχημᾰ (órkhēma)
  • ὄρχησῐς (órkhēsis)
  • ὀρχησμός (orkhēsmós)
  • ὀρχηστήρ (orkhēstḗr)
  • ὀρχηστής (orkhēstḗs)
  • ὀρχήστρᾱ (orkhḗstrā)
  • ὀρχηστύς (orkhēstús)

References