Definify.com

Definition 2024


ἐμέω

ἐμέω

Ancient Greek

Verb

ἐμέω (eméō)

  1. I vomit, throw up, am sick

Inflection

Derived terms

  • ἀνεμέω (aneméō)
  • ἀπεμέω (apeméō)
  • δυσεμέω (duseméō)
  • ἐνεμέω (eneméō)
  • ἐξεμέω (exeméō)
  • κατεμέω (kateméō)
  • προεμέω (proeméō)
  • συνεμέω (suneméō)
  • ὑπερεμέω (hupereméō)

Related terms

  • ἀνέμετος (anémetos)
  • ἐμεσία (emesía)
  • ἔμεσις (émesis)
  • ἔμεσμα (émesma)
  • ἐμετήριος (emetḗrios)
  • ἐμετιάω (emetiáō)
  • ἐμετικός (emetikós)
  • ἔμετος (émetos)
  • ἐμετός (emetós)
  • ἐμετώδης (emetṓdēs)

References