Definify.com

Definition 2024


ἄλσος

ἄλσος

See also: άλσος

Ancient Greek

Noun

ἄλσος (álsos) n (genitive ἄλσεος or ἄλσους); third declension

  1. a grove
    1. especially, a sacred grove
    2. (transferred sense) any hallowed precinct, even one without trees

Declension

Synonyms

  • ἄλσωμα (álsōma), ἀλσών (alsṓn)

Derived terms

  • ἀλσηίς (alsēís)
  • ἀλσοκομέω (alsokoméō)
  • ἀλσοκομία (alsokomía)
  • ἀλσοκομικός (alsokomikós)
  • ἀλσοκομική (alsokomikḗ)
  • ἀλσοκόμος (alsokómos)
  • ἀλσοποιία (alsopoiía)
  • ἀλσώδης (alsṓdēs)
  • ἄλσωμα (álsōma)
  • ἀλσών (alsṓn)

Descendants

References