Definify.com

Definition 2024


ἁρμόζω

ἁρμόζω

Ancient Greek

Alternative forms

  • ἁρμόσδω (harmósdō) Doric
  • ἁρμόττω (harmóttō) Attic

Verb

ἁρμόζω (harmózō)

  1. I fit together, join
  2. I betroth
  3. I arrange, govern, command
  4. I compose
  5. I fit, suit, am adapted well for

Inflection

Derived terms

  • ἀναρμόζω (anarmózō)
  • ἀφαρμόζω (apharmózō)
  • διαρμόζω (diarmózō)
  • ἐναρμόζω (enarmózō)
  • ἐξαρμόζω (exarmózō)
  • ἐφαρμόζω (epharmózō)
  • καθαρμόζω (katharmózō)
  • μεθαρμόζω (metharmózō)
  • περιαρμόζω (periarmózō)
  • προαρμόζω (proarmózō)
  • προσαρμόζω (prosarmózō)
  • συναρμόζω (sunarmózō)
  • ὑφαρμόζω (hupharmózō)

Related terms

  • ἁρμογή (harmogḗ)
  • ἁρμόδιος (harmódios)
  • ἁρμονία (harmonía)
  • ἅρμοσις (hármosis)
  • ἅρμοσμα (hármosma)
  • ἁρμοστέον (harmostéon)
  • ἁρμοστήρ (harmostḗr)
  • ἁρμοστής (harmostḗs)
  • ἁρμοστικός (harmostikós)
  • ἁρμοστός (harmostós)
  • ἅρμοστρα (hármostra)
  • ἁρμόστωρ (harmóstōr)
  • ἄρω (árō)

References